Ήταν στα μέσα Αυγούστου του 1960 όταν σε μια ιδιαίτερα επίσημη τελετή στη Βουλή των Αντιπροσώπων στην Κύπρο, ο σερ Χιου Φουτ, μέχρι εκείνη τη στιγμή Βρετανός κυβερνήτης της Κύπρου, παρέδιδε επισήμως την εξουσία στον πρώτο Πρόεδρο της νέας τότε Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’ και στον πρώτο της Αντιπρόεδρο Φαζίλ Κουτσιούκ.

Εκείνη τη μέρα, έγινε άλλωστε και η υποστολή της βρετανικής σημαίας. Για πρώτη φορά κυμάτιζε η σημαία της Κύπρου, με τον χάρτη του νησιού και από κάτω δύο κλαδιά ελιάς, που συμβόλιζαν τις δύο κοινότητες ενωμένες, υπό το σύμβολο της ειρήνης.

Διάκριση των εξουσιών

Στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, που έρχεται ως αποτέλεσμα των Συμφωνιών Ζυρίχης – Λονδίνου, γίνεται διάκριση και μάλιστα σαφής των τριών εξουσιών, της εκτελεστικής (Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος, Υπουργικό Συμβούλιο), της δικαστικής (Δικαστήρια) και της Νομοθετικής (Βουλή των Αντιπροσώπων και Κοινοτικές Συνελεύσεις, μίας ελληνικής και μίας τουρκικής). Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο αριθμός των βουλευτών είναι 50 (35 από την ελληνική κοινότητα, δηλαδή το 70% και 15 από την τουρική, δηλαδή το 30%).

Εκείνο ακριβώς το Σύνταγμα, αν και διασφάλιζε κάποιες βασικές ελευθερίες για τους πολίτες της Κύπρου, περιελάμβανε διατάξεις που δημιουργούσαν προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της Βουλής, που είχε μόλις συσταθεί. Με αυτό τον τρόπο, δινόταν η δυνατότητα στους βουλευτές της μειοψηφίας να ανατρέπουν απόφαση της πλειοψηφίας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα σε βασικά θέματα περί λειτουργίας τους κράτους και διακοινοτικές ταραχές. Εξαιτίας αυτών των προβληματικών διατάξεων, γρήγορα και συγκεκριμένα το 1963, οι Τούρκοι βουλευτές αποχώρησαν και αργότερα αντικαταστάθηκαν από Έλληνες.

Μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974 και την τουρκική εισβολή, η Βουλή συνεργάστηκε με την εκτελεστική εξουσία, για να θεσπίσει μια ειδική νομοθεσία που αφορούσε τα θέματα της εισβολής και της κατοχής του νησιού. Η νομοθεσία αυτή ήταν σπάνια σε νομοθετικά κείμενα, αλλά επιβεβλημένη λόγω των γεγονότων. Σημαντικό επίσης σημείο στην ιστορία είναι η αύξηση του αριθμού των βουλευτών από 50 σε 80, στις 20 Ιουνίου 1985.