Η αρχή της νομιμότητας αποτελεί θεμέλιο λίθο της κυπριακής έννομης τάξης. Η φορά της είναι διττή, ορίζοντας τόσο τις σχέσεις του Κράτους με την οργανωμένη Διοίκηση, όσο και τις σχέσεις του Κράτους με τους πολίτες. Το έρεισμα της αρχής της νομιμότητας εντοπίζεται τόσο στο Σύνταγμα και στην εναρμόνιση του κυπριακού Κράτους με τις διεθνείς συμβάσεις, όσο και στη νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων.

Σύμφωνα με το κυπριακό διοικητικό δίκαιο, κάθε ενέργεια της Διοίκησης οφείλει να προσδιορίζεται και να περιορίζεται από το Νόμο. Γι’ αυτό και η διοικητική δράση υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπει ο νόμος, ενώ οι αποφάσεις της στον προσήκοντα αναιρετικό και ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο.

Κάθε φορά που κρίνεται μια διοικητική πράξη, κρίσιμος είναι ο προσδιορισμός του νομικού καθεστώτος της οποίας αποτελεί δικαιολογητική βάση. Σε αυτή την περίπτωση, ως ισχύον νομικό πλαίσιο λογίζεται αυτό που αντιστοιχεί στο χρόνο έκδοσής της και όχι στο χρόνο υποβολής της αίτησης που αμφισβητεί τη διοικητική πράξη.

Αναδρομικότητα και αρμοδιότητα

Άμεσα συνυφασμένη με την αρχή της νομιμότητας είναι και η αναδρομικότητα στην ισχύ των διοικητικών πράξεων. Κατά κανόνα, η γενική αρχή είναι πως στο κυπριακό δίκαιο αναδρομικότητα δεν επιτρέπεται, εκτός από τις περιπτώσεις που απαριθμούνται περιοριστικά στο νόμο, αλλά και σε περιπτώσεις που η έκδοση της διοικητικής πράξης είναι αποτέλεσμα συμμόρφωσης της Διοίκησης σε ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ή ανάκλησης άλλης παράνομης διοικητικής πράξης. Κατ’ εξαίρεση, το διοικητικό όργανο μπορεί να αποφασίσει την αναδρομική ισχύ μιας διοικητικής πράξης αν με αυτόν τον τρόπο αποκαθίσταται βλάβη του διοικουμένου που προκλήθηκε από παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας εκ μέρους του διοικητικού οργάνου.

Από την αρχή της νομιμότητας εκπορεύονται και οι ρυθμιστικές αρχές που διέπουν την αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, που το όργανο ασκεί τη λειτουργία του πρέπει να δρα με βάση τη νόμιμη τοπική και καθ’ ύλη αρμοδιότητα, που κατά κανόνα αποκλείει (εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο νόμο) την ολική ή μερική μεταβίβαση της εξουσίας του σε άλλο όργανο.